Ιθαγένεια – υπηκοότης και γραικύλοι

Η υπηκοότης δεν μεταβάλλει την φυλετική υπόσταση των ανθρώπων

Ιθαγένεια και υπηκοότης είναι δύο λέξεις με τελείως διαφορετικόν νόημα. Άλλη η σημασία της εννοίας ιθαγένεια και άλλη η σημασία της εννοίας υπηκοότης.
Ατυχώς στους νομικούς και πολιτικούς κύκλους εταυτίσθη η μία έννοια με την άλλην, ώστε με την λέξιν ιθαγένεια να εννοήται η υπηκοότης και αντιστρόφως. Βεβαίως πολλοί επιστήμονες επικρίνουν αυτήν την ταύτισιν, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην γλωσσικήν πραγματικότητα.
Κατ’ αρχήν να διευκρινίσωμεν, ότι το τι ακριβώς σημαίνει μία λέξις το ορίζη η ετυμολογία (έτυμον= «η αρχική, η πρώτη των λέξεων σημασία ως εξάγεται εκ της προελεύσεώς της» (Δ.Δημητράκου, «Λεξικόν Ελληνικής Γλώσσης» τομ. ΣΤ, σελ. 3.011 λ. «έτυμον»). Ο ορισμός της σημασίας («σημασιολογία») μιας λέξεως είναι αποκλειστική υπόθεσις της γλωσσικής επιστήμης. Κάποιος νομοθέτης μπορεί να νομοθετή οτιδήποτε θέλει, αλλά δεν μπορεί να αλλάζη την έννοιαν, την σημασίαν δηλαδή των λέξεων, που χρησιμοποιεί. Διότι αυτό αντίκειται στην επιστήμην, στην λογικήν, στην πραγματικότητα και στην αλήθειαν.
Αι λέξεις έχουν την σημασίαν των, όπως αυτή διεμορφώθη από χιλιετίας βάσει γλωσσολογικών δεδομένων κι’ όχι, όπως αρέσει στον κάθε άσχετο εξουσιαστή, που κακοποιεί την Ελληνικήν Γλώσσαν, είτε από αγραμματοσύνην είτε από σκοπιμότητα, κυρίως από αυτήν.
Ας έλθωμεν τώρα στην έννοιαν Ιθαγένεια, που είναι η ιδιότης του ιθαγενούς.
Η λέξις ιθαγενής και ιθαιγενής (Όμηρος: «Οδύσεια» Ξ 203) προέρχεται από το ιθύς, που σημαίνει «κατ’ ευθείαν» (Ε. Κοφινιώτη «Λεξικόν ομηρικόν» σελ. 157, Ν. Δασκαλάκη: «Λεξικόν ετυμολογικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης» σελ. 209, J Hofmann: «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής» σελ. 140 κ.α) και από το «γένος», που σημαίνει την φυλήν. Έχομεν λοιπόν σύνθεσιν των ιθύς+γένος και ιθαγενής καλείται ο έχων κατ’ ευθείαν σχέσιν με γένος. Στην Αρχαίαν Ελληνικήν Γλώσσαν ιθαγενής ονομάζεται ο γνήσιος προς συγκεκριμένον γένος. Κατά συνέπειαν το περιεχόμενον της ιθαγενείας είναι φυσικόν γεγονός (όχι επίκτητον) και ειδικώτερον φυλετικόν.
Η έννοια του ιθαγενούς απαντάται στον Ηρόδοτον («Ιστορία»6,53) στον Αισχύλο («Πέρσαι» 306) στον Στράβωνα («Γεωγραφικά» 7,7,8) κ.τ.λ. Χάριν της ετυμολογίας σημειούμεν, ότι το ιθύς προέρχεται εκ του ρήματος ιθύω, που σημαίνει βαίνω κατ’ ευθείαν. Το ιθύω να μη συγχέεται με το ιθύνω, που σημαίνει κυβερνώ π.χ. ιθύνουσα τάξις.
Αντίθετον του ιθαγενούς είναι ο μετανάστης, ο οποίος είναι ο άνθρωπος, που έφυγε από την χώραν του και ήλθε εις μίαν άλλην. Η λέξις μετανάστης αναφέρεται ήδη από την εποχήν την Ομήρου. Μάλιστα οι Αρχαιοέλληνες, περιεφρόνουν τους μετανάστας, ως κατωτέρους λαούς και η λέξις «μετανάστης» εχρησιμοποιείτο «συνήθως ως λέξις ονειδιστική» (Δ.Δημητράκου, ενθ. ανωτ. τομ. 9, σελ. 4619). Στην «Ιλιάδα»(Ι,648) επί παραδείγματι ο Αχιλλεύς διαμαρτύρεται στον Αίαντα, δια την συμπεριφοράν του Αγαμέμνονος απέναντί του. Ο ήρως λέγει: οργίζεται η καρδιά μου, σαν θυμηθώ πόσον προσβλητικώς μου εφέρθη ο υιός του Ατρέως ωσάν να ήμουν κάποιος μετανάστης, δίχως τιμήν: «αλλα μοι οιδάνεται κραδίη χόλω οππότε κείνην μνήσομαι, ως μ’ ασύφηλον εν Αργείοισιν ερεξεν Ατρεΐδης ως ει τιν’ ατίμητον μετανάστην». Και αλλού, δια να παραθέσω ακόμη ένα παράδειγμα εκ του πλήθους που έχω, ο Ηρόδος («Ιστορία»Ζ, 161) εμφανίζει τον «Αθηναίων άγγελον» να δηλώνη στον βασιλέα των Συρακουσίων Γέλωνα, ότι οι Αθηναίοι δεν είναι μετανάσται: «ου μετανάσται».
Στο πρώτον παράδειγμα ο μεταφραστής των εκδόσεων του «Παπύρου» το πεντακάθαρον «ατίμητον μετανάστην» το μεταφράζει (!) εις «ασήμαντο μέτοικο»!! μολονότι ο Αχιλλεύς σαφέστατα ομιλεί δι’ «ατίμητον μετανάστην». Διατί ο μετανάστης έγινε μέτοικος; Και διατί ο ατίμητος (δίχως τιμή) έγινε ασήμαντος;
Στο δεύτερον παράδειγμα πάλιν ο μεταφραστής των εκδόσεων του «Παπύρου» το πεντακάθαρον «ου μετανάσται» το μεταφράζει! εις «δεν έχομεν αλλάξει κατοικίαν»!! μολονότι ο άγγελος των Αθηναίων δηλώνει «ου μετανάσται». Διατί το «ου μετανάσται» έγινε «δεν έχομεν αλλάξει κατοικίαν»; και πώς ένα Έθνος ν’ αλλάξη κατοικίαν; Ακόμη ο μεταφραστής την αναφοράν του αγγέλου, ότι οι Αθηναίοι είναι «αρχαιότατον μεν έθνος» την μεταφράζει ως «αρχαιότατον λαόν της Ελλάδος». Το Έθνος φαίνεται τον ενοχλεί και το έκανε λαόν. Μα ο άγγελος ανεφέρθη εις έθνος κι’ όχι εις λαόν. Προφανώς ο μεταφραστής είναι «προοδευτικός» και μεταφράζει κατά τας πεποιθήσεις του, μη σεβόμενος το Αρχαίον κείμενον.

Η υπηκοότης είναι αποκλειστική νομική πράξις. Κάποιος, ο οποιοσδήποτε δύναται να αποκτήση την υπηκοότητα οποιουδήποτε κράτους, εφόσον πληροί τας προϋποθέσεις, που προβλέπει η νομοθεσία εκείνου του κράτους.
Η υπηκοότης δεν επιδρά επί της ιθαγενείας και αντιστρόφως. Εάν ένας Έλλην μεταβή στην Κίνα και δια ποικίλους λόγους του δοθή η κινεζική υπηκοότης ασφαλώς δεν έγινε Κινέζος. Η υπηκοότης αυταποδείκτως δεν μεταβάλλει την φυλετικήν υπόστασιν των ανθρώπων.
Ο Έλλην ιθαγενής, που αποκτά την κινεζικήν υπηκοότητα δεν έπαυσε αυτομάτως να είναι Έλλην ιθαγενής και οι απόγονοί του, τα παιδιά του κ.τ.λ. θα είναι Έλληνες ιθαγενείς κι’ όχι κινεζάκια. Τα ίδια ασφαλώς ισχύουν και δια τον ιθαγενή Κινέζον, που θα αποκτήση την Ελληνικήν υπηκοότητα.
Να προσθέσωμεν και τα εξής. Η υπηκοότης ως νομικόν κατασκεύασμα (νομοθέτημα) αλλάζει κατά την κρίσιν των νομοθετών. Σήμερον, δια να αναγνωρισθή ένας μετανάστης υπήκοος της Ελλάδος οφείλει να έχη κάποιους όρους, προϋποθέσεις. Αύριο η νομοθεσία αλλάζει τους όρους, προϋποθέσεις και δια να λάβη ο μετανάστης την Ελληνικήν υπηκοότητα υποχρεούται να συμμορφωθή, προς τας νέας διατάξεις, δια την χορήγησιν της υπηκόοτητος.
Απεναντίας στην ιθαγένειαν απουσιάζουν παντελώς νομικαί προϋποθέσεις ή όροι. Διότι εδώ τον μοναδικόν λόγον έχει η φύσις. Η ιθαγένεια ως βιολογική κατάστασις είναι αμετάβλητος και δεν υπόκειται εις ανθρωπίνους τεχνητάς, ρυθμίσεις. Ο Κάφρος, που ήλθε στην Πατρίδα μας, εκατομμύρια Ελληνικών υπηκοοτήτων να του δώσετε θα παραμείνη Κάφρος. Αι διοικητικαί πράξεις υπηκοότητος όσαι και να είναι, όποιαι και να είναι, από όπου και να προέρχωνται δεν θα μετατρέψουν τον Κάφρο εις Έλληνα. Αυτή είναι η πραγματικότητης. Τελεία και παύλα.
Επίσης η υπηκοότης δι’ ωρισμένους λόγους αφαιρείται με μία νομική πράξι. Ενώ η ιθαγένεια δεν αφαιρείται ποτέ. Ακολουθεί το άτομο μέχρι του θανάτου του. Ουδεμία διοικητική αρχή και ουδένα δικαστήριον μπορεί να αποφασίση να αφαιρεθή η ιθαγένεια κάποιου. Ν’ αποφασίση δηλαδή, ότι από τούδε ο Κάφρος δεν είναι Κάφρος, αλλά διατάσσεται να γίνη ξανθός Σουηδός.

Η ιθαγένεια ως φυσική-βιολογική κατάστασις δεν εξαρτάται από νομοθεσίας ή την βούλησιν προσώπων, κρατών κ.τ.λ. Προέρχεται μόνον από την φύσιν. Ο ιθαγενής ανήκει στην φυλή (γένος) όπου τον έταξε η μοίρα. Ουδείς εδιάλεξε να είναι Κινέζος ή Κάφρος ή Άγγλος κ.τ.λ.
Οι γραικύλοι παρέσυραν τους νομικούς (όχι όλους) να ταυτίσουν την ιθαγένεια με την υπηκοότητα. Ταυτίζουν δηλαδή ένα βιολογικό γεγονός με μία διοικητική πράξι. Αν είναι δυνατόν! Κι’ όμως στον νεοελληνικό κρατίδιο είδαμε και αυτό και υπάρχει βεβαιότης, ότι θα συνεχίσωμεν εις χειρότερα, εφόσον μας κυβερνούν γραικύλοι.
Οι ανθέλληνες έχοντες την εξουσίαν επέβαλαν την «απόλυτον ταύτισιν» κατ’ ανακοίνωσιν του υπουργείου εσωτερικών ιθαγενείας και υπηκοότητος. Προ πολλού η νομοθεσία μεταχειρίζεται την ιθαγένεια, ωσάν να ισοδυναμή με την υπηκοότητα. Διότι οι νομοθετούντες δεν είναι ανεξάρτητοι νομικοί, αλλά το κυνοβούλιον, δηλαδή οι πολιτικάντηδες, που επιδιώκουν να εξαφανίσουν κάθε τι το Εθνικόν.
Τα δικαστήρια επίσης υποχρεούνται να εφαρμόσουν τον νόμον, έστω κι αν διαπιστώνουν, ότι ο νόμος είναι παράλογος, αντεθνικός, δεν αποβλέπει στο δημόσιο συμφέρον ή στο δίκαιον κ.τ.λ. διότι τα δικαστήρια εφαρμόζουν τον νόμον, όποιος και να είναι αυτός, εκτός κιαν είναι αντισυνταγματικός. Η νομοθετική λειτουργία (εξουσία) ουσιαστικώς αποφασίζει και νομοθετεί, όπως επιθυμεί η εκτελεστική λειτουργία (εξουσία) που την εκφράζει η κυβέρνησις, η οποία έχει την πλειοψηφία στην βουλή. Συνεπώς μη μας παραμυθιάζουν με την ανεξαρτησία των εξουσιών, διότι η νομοθετική πειθαρχεί εις οτιδήποτε αποφασίζει η κυβέρνησις, δηλαδή το πλειοψηφούν κόμμα. Τώρα το πλειοψηφούν κόμμα επιθυμεί να Ελληνοποιήση τον κάθε ξένο, παρά την θέλησι των Ελλήνων και δι’ αυτό αρνείται την διεξαγωγή δημοψηφίσματος δι’ ένα τόσον σοβαρό ζήτημα, δι’ ένα ζήτημα, που σχετίζεται αμέσως με την ύπαρξι του Ελληνικού Έθνους. Έτσι οι εξουσιασταί σέβονται τον Ελληνικόν Λαόν, τον δήθεν κυρίαρχο.
Στα πλαίσια της εθνοδιαλυτικής πολιτικής των γραικύλων εντάσσεται και η χορήγησις της Ελληνικής «ιθαγενείας» (;) στους μετανάστας, που εισέβαλαν μαζικώς στην Πατρίδα μας.
Η Ελληνική υπηκοότης μπορεί υπό όρους, προϋποθέσεις να δοθή εις ξένους. Ποτέ η ιθαγένεια. Τούτο φυσικώς είναι αδύνατον. Νομικώς, τεχνητώς δηλαδή είναι δυνατόν. Έτσι θα έχωμεν Έλληνας μαύρους, Έλληνας κιτρίνους, Έλληνας σημίτας, Έλληνας από το Κουρδιστάν, το Αφγανιστάν ή την Χιλή και στο τέλος οι αλλόφυλοι που κατακλύζουν την Ελλάδα θα ψηφίζουν, θα εκλέγωνται και θα κυβερνήσουν την Πατρίδα μας, διότι «ούτως έδοξε τη βουλή» και στον κάθε Παυλόπουλο, Ραγκούση κ.τ.λ.
Η πολιτογράφησις ξένων επιτρέπεται μόνον εις ειδικάς περιπτώσεις κι’ όχι γενικώς. Επιτρέπεται μόνον εφόσον προσφέρουν εξεχούσας υπηρεσίας στην Ελλάδα, διότι μόνον έτσι αποδεικνύεται, ότι αγαπούν την Πατρίδα μας. Αλλοιώς είναι αλήθεια, ότι οι ξένοι ήλθαν εδώ, διότι τους συνέφερε, ήλθαν δια το ιδικόν τους συμφέρον και όχι, διότι ήθελαν να ωφελήσουν την Ελλάδα.
Εξ άλλου στην έννοιαν του Έλληνος κυριαρχεί το συναισθηματικόν στοιχείον. Όταν ο Έλλην βλέπει την Ελληνική Σημαία ή ακούει τον Εθνικόν μας Ύμνον αισθάνεται συγκίνησιν. Μήπως ανάλογον συγκίνησιν θα αισθανθή ο Πακιστανός, που ένα μπακαλόχαρτο στην τσέπη τον γράφει, ότι είναι Έλλην;

Κωνσταντίνος Πλεύρης

Πηγή:http://elkosmos.gr/

Published in: on Φεβρουαρίου 7, 2010 at 2:58 μμ  Σχολιάστε  
Tags: , , , ,

Τανκς και τρακτέρ καταλύουν το ίδιο τη δημοκρατία

Συνεχίζω σήμερα, μια εβδομάδα μετά, με μία αναδημοσίευση του άρθρου του Χρήστου Γιανναρά από την Καθημερινή της Κυριακής. Έστω κι ένας αν προβληματιστεί πάνω σ’αυτό το άρθρο από αυτή τη μικρή γωνιά του διαδικτύου, κέρδος θα είναι. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι πια τόσο μόνος, και ανήμπορος συνάμα, για να αντιμετωπίσω όλη αυτή τη λαίλαπα της αποχαύνωσης και της θολοκουλτούρας…

Δεν μπορώ να μην κάνω κι ένα μικρό, καθαρά κομματικό, σχόλιο πριν την παράθεση του άρθρου… Κύριε Σαμαρά, απλά ντροπή… Και σε εσάς. Που ανέχεστε. Που ισορροπείτε. Θα έπρεπε να ξέρετε τη γνώμη των δεξιών για τον… πρόεδρο, με «π» μικρό, της Δημοκρατίας. Θα έπρεπε να ξέρετε τη γνώμη των δεξιών για το μεταναστευτικό. Θα έπρεπε να ξέρετε. Και να μην ισορροπούσατε. Και να αντιπολιτευόσαστε. Είναι ντροπή να ντρέπεστε να βροντοφωνάζετε ότι είμαστε δεξιοί. Ντροπή που ανέχεστε, ακόμα και σήμερα, ηττημένοι με 10 ολόκληρες μονάδες διαφορά, να μας κυβερνούν τα παρακλάδια των κομμουνιστών και της θολοκουλτούρας και να μη λέτε τα πράγματα με το όνομά τους. Τι φοβάστε πια όλοι σας; Γιατί παίζετε κρυφτό; Γιατί προδίδετε μονίμως αυτούς που εναποθέτουν τις ελπίδες τους πάνω σας;

Στην ελλαδική «δημοκρατία», εν έτει 2010, δύο πολιτικά κόμματα λογαριάζουν τον εαυτό τους υπεράνω του Νόμου. Κατ’ εξακολούθησιν στην πράξη. Αλλά και με συνεχείς δημόσιες διακηρύξεις. Η προκλητικότερη ήταν στην τηλεοπτική συνέντευξη των κομματικών αρχηγών, πριν από τις εκλογές του 2007, όταν δηλώθηκε απερίφραστα: «Ας ψηφίζει όσους νόμους θέλει το Κοινοβούλιο, εμείς κατεβαίνουμε στους δρόμους και καταργούμε τους νόμους»!

Δεν υπήρξε τότε αντίδραση άλλου κομματικού αρχηγού ούτε αυτεπάγγελτη παρέμβαση των υπεύθυνων για την προστασία του Συντάγματος λειτουργών της Δικαιοσύνης. Στο Ελλαδιστάν τα δύο υπεράνω του Νόμου κόμματα μπορούν να ατιμάζουν το Σύνταγμα και το κοινοβουλευτικό πολίτευμα χωρίς καμιά συνέπεια.

Λειτουργούν με τη λογική των άλλοτε «εθνοσωτήριων» στρατιωτικών συνωμοτικών ομάδων, που πίστευαν ότι η δική τους κρίση και εκτίμηση αρκεί για να ανασταλεί η ισχύς του Συντάγματος και των νόμων προκειμένου να σωθεί το έθνος. Τα δύο κόμματα που σήμερα τους μιμούνται, κρίνουν ότι οφείλουν με αντισυνταγματικές και εκτός νόμου πρακτικές να προστατεύσουν τα συμφέροντα του «λαού», δηλαδή συντεχνιών που τα ίδια ελέγχουν.

Η αντιστοιχία έχει δύο τρανταχτές διαφορές: Οι συνωμότες στρατιωτικοί καταπατώντας το Σύνταγμα δεν ψηφοθηρούσαν. Και δεύτερο, διακινδύνευαν: έπαιζαν το κεφάλι τους ή τον ισόβιο εγκλεισμό τους. Τα «φιλολαϊκά» κόμματα σήμερα και ψηφοθηρούν αδιάντροπα και απολαμβάνουν την απεριόριστη ανοχή της κομματοκρατούμενης «δημοκρατίας».

Εκεί είναι το κυρίως σκάνδαλο: στην αυτοκτονική ανοχή του φασισμού από το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς δικαστικής εξουσίας, τον Τύπο, την κοινή γνώμη. Αν κάποιος πραξικοπηματίας αξιωματικός σήμερα κατέβαζε τανκς στους κόμβους του οδικού δικτύου νεκρώνοντας τη χώρα, όλοι θα εγκρίναμε και θα τιμούσαμε κάποιον ανώτερό του αξιωματικό με ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, που θα αναλάμβανε να προστατεύσει, με οποιοδήποτε ρίσκο, το Σύνταγμα και τις εκεί κατοχυρωμένες ελευθερίες μας. Ομως, όταν τα συνδικαλιστικά (επαγγελματικά) στελέχη των δύο υπεράνω του Νόμου κομμάτων κατεβάζουν τρακτέρ και κλείνουν τα περάσματα στις εθνικές οδούς θέτοντας σε ομηρεία ολόκληρη τη χώρα, ανεχόμαστε όλοι να παζαρεύει η κυβέρνηση τις ελευθερίες μας με τους φασίστες, δεν τολμάμε να ψελλίσουμε αίτημα να υπερασπίσει το κράτος, με οποιοδήποτε ρίσκο, το Σύνταγμα.

Τα δύο υπεράνω του Νόμου κόμματα έχουν επιβάλει στην Ελλάδα μιαν α-λα-καρτ δικτατορία: Επιτρέπουν να λειτουργούν κάποιες επιφάσεις κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά απαιτούν και επιβάλλουν να είναι ασύδοτα τα δικά τους ψηφοθηρικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Δύναμη επιβολής τους είναι η βία, ο πρωτογονισμός της ιδιοτέλειας. Ομως τις πρακτικές της βίας (καταλήψεις, βανδαλισμούς, τραμπουκισμό, γκανγκστερικούς εκβιασμούς) τις ονομάζουν «αγώνες». Λένε: «θα συνεχίσουμε τους αγώνες μας μέχρι να δικαιωθούμε» – δηλαδή θα πνίγουμε όλους τους άλλους, ώσπου να γίνει το δικό μας.

Αδίστακτοι παραχαράκτες, καπηλεύονται το τίμιο όνομα της Αριστεράς, όνομα κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων στην πολιτική: Βαφτίζουν κάθε οργανωμένη, επιθετική ιδιοτέλεια, κάθε τυραννικό του λαϊκού σώματος τσαμπουκά, «κίνημα» – αγροτικό, φοιτητικό, μαθητικό κίνημα, ακόμα και των χρυσοκάνθαρων που λυμαίνονται τα λιμάνια. Διακηρυγμένοι θαυμαστές και οπαδοί της μονοκομματικής «δημοκρατίας» μαρξισμού – λενινισμού, εκμεταλλεύονται χυδαία τις προνομίες που τους παρέχει ο κοινοβουλευτισμός (οικονομικές επιχορηγήσεις, ανεξέλεγκτες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ασυδοσία προπαγανδιστικής απάτης, ατιμωρησία κοινωνικών εγκλημάτων σε καθημερινή βάση) με μοναδικό στόχο να κατορθώσουν κάποτε να επιβάλουν στη χώρα το ολοκληρωτικό τους σύστημα.

Αυτά τα προφανή και κατάφωρα γιατί τα ανέχεται η ελλαδική κοινωνία, αν και έμπειρη εμφύλιας τραγωδίας που την προκάλεσαν οι εραστές του μονοκομματικού κράτους; Η απάντηση δεν είναι άσχετη με τη (συμπτωματική ή μεθοδευμένη) εκπαιδευτική παρακμή μας, το διαλυμένο, τριάντα πέντε χρόνια τώρα, σχολικό μας σύστημα, την αγλωσσία και τρομακτική αλογία – ασυνεννοησία που δυναστεύει την κοινωνία μας.

Λαϊκιστές ή ανίκανοι πρωθυπουργοί χρησιμοποιούν ως άλλοθι την προσφορά ανοχής και κολακείας στους μανιακούς του ολοκληρωτισμού και της βίας, πρώτον: Για να καλύψουν την ανικανότητά τους στην υπεράσπιση των θεσμών δημοκρατίας, δεύτερον: Για να αγρεύσουν ψήφους των συμπτωματικά ίσως στρατευμένων στον ολοκληρωτισμό, τρίτον: Γιατί διψάνε μόνο για εξουσία και δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να εντοπίσουν αντιπρόταση στην παραχάραξη και καπηλεία της Αριστεράς.

Θηριώδη, υπερσύγχρονα τρακτέρ – το καθένα θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες δέκα καλλιεργητών, όχι ενός. Και πλημμυρίζουν κατά χιλιάδες, κάθε χρόνο, το εθνικό οδικό δίκτυο, για να επιβάλουν, ως άλλα τανκς νομιμοποιημένης πια χούντας, γκανγκστερικούς εκβιασμούς των δύο υπεράνω του Νόμου κομμάτων. Επίδειξη τα τρακτέρ παρανοϊκής σπατάλης του πλούτου που έρρευσε γενναιόδωρα, προκειμένου να οργανωθεί μεθοδικά ο συντονισμός των καλλιεργειών στην Ε. Ε. και ο εκσυγχρονισμός τους: να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη ευμάρεια και ποιότητα ζωής ο αγρότης. Αλλά την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη τη μεταποίησαν οι εξουσιολάγνοι πολιτικάντηδες σε δολώματα ψηφοθηρίας παγιδεύοντας τους αγρότες στην κρατικοδίαιτη ραστώνη, στην εκβιαστική ιταμότητα του τραμπουκισμού.

Με ανάλογο λαϊκισμό, ψηφοθηρικό και εκμαυλιστικής κολακείας, παρέδωσαν την εκπαίδευση της νεολαίας (τον απόλυτα ιδεολογικό έλεγχο του υπουργείου Παιδείας) σε «αποδομιστές» κάθε νοήματος πατρίδας και Ιστορίας, σκοταδιστές δογματικούς της βίας, κολλημένους σαν στρείδια στην πιο αναχρονιστική, παλαιοημερολογίτικη εκδοχή του μαρξισμού. Ετσι ώστε να ετοιμάζει το ελληνικό σχολειό και πανεπιστήμιο «αντιστασιακούς» απέναντι σε μια φαντασιωδώς επερχόμενη εθνικιστική χούντα, αλλά απόλυτα ανεκτικούς απέναντι στον φασισμό της βίας των τρακτέρ, των «καταλήψεων», των δηλώσεων, των γκανγκστερικών εκβιασμών.

Και ο «μέσος Ελληνας» μέσα στη γενική κατάρρευση, ζητεί απεγνωσμένα κάπου να γαντζωθεί, να ελπίσει σε κάτι. Τουλάχιστον, όταν είχε να κάνει με τη βία των τανκς και επίορκους στρατιωτικούς, ήξερε να ξεχωρίσει την αυθαιρεσία από τη φιλοπατρία, τον φασισμό από τη δημοκρατία. Σήμερα, που έχει να κάνει με τη βία των τρακτέρ και τον φασισμό κοινοβουλευτικών κομμάτων, η σύγχυσή του είναι πανικός και απόγνωση. Ακρως επικίνδυνο μείγμα.

Published in: on Ιανουαρίου 31, 2010 at 12:34 μμ  2 Σχόλια  
Tags: , , , , ,